Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

We bought a zoo




Ο Μπέντζαμιν Μι είναι ένας πατέρας ο οποίος έχει μείνει χήρος και αντιμετωπίζει επαγγελματικά προβλήματά. Κάποια στιγμή αποφασίζει να μετακομίσουν και  χωρίς να το πολυσκεφτεί αγοράζει έναν ερειπωμένο ζωολογικό κήπο ελπίζοντας σε μια νέα αρχή. Η άγνοια του όμως σχετικά με την λειτουργία ενός τέτοιου κήπου, καθώς και τα δεκάδες προβλήματα που διαρκώς εμφανίζονται, τον αγχώνουν άλλα ταυτοχρόνως τον πεισμώνουν. Έτσι, βάζει στόχο να κρατήσει τον κήπο ανοιχτό άλλα και να αφοσιωθεί στα παιδιά του και όλοι μαζί να ξεκινήσουν την νέα τους ζωή. 

 Ο Κάμερον Κρόου επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη, αρκετά χρονιά μετά το Elizabethtown, καταπιανόμενος με την αληθινή ιστορία ενός Βρετανού αρθρογράφου, που το 2006 αποφάσισε να αναλάβει τον ερειπωμένο ζωολογικό κήπο Ντόρτμουντ στην Αγγλία.
Στην ταινία, τον ρόλο του κου Μι, υποδύεται ο ταλαντούχος κύριος Ντειμον ο οποίος δίνει μια γλυκιά, μετρημένη και ειλικρινή ερμηνεία. Χωρίς φθηνούς μελοδραματισμούς ενσαρκώνει τον άνδρα που θρηνεί τον ερωτά της ζωής του άλλα και τον πατέρα που προσπαθεί να βρει ισορροπίες με τα παιδιά του. Αν και δεν υποδύεται ρόλο απαιτήσεων, δίνει ωστόσο μια αξιοπρόσεχτη ερμηνεία και πείθει ως ένας μπερδεμένος άνθρωπος που ξαφνικά πρέπει να αλλάξει την ζωή του και να αφοσιωθεί σε έναν δύσκολο έφηβο και μια ευαίσθητη πιτσιρικά.
Δίπλα του η Σκάρλεττ Γιόχανσον που θάβει το σεξαπίλ της και υποδύεται την υπεύθυνη του ζωολογικού κήπου. Η Κέλι έχει αφοσιωθεί τόσο στα ζώα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Όταν όμως γνωρίζει τον Μπέντζαμιν μια σπίθα ανάβει ανάμεσά τους.Παρόλη την σπιθα ομως, η Σκαρλετ καταφέρνει να είναι αδιάφορη, άοσμη και άχρωμη, ένας χαρακτήρας που δεν προσθέτει τίποτα. Ο ρόλος της δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, όπως άλλωστε και ο ρόλος των περισσοτέρων δευτερευόντων χαρακτήρων. Φωτεινή εξαίρεση ο γιος της οικογενείας, Κόλιν Φορντ, ο οποίος είναι ιδανικός στο ρόλο του πονεμένου εφήβου που κλείνεται στον εαυτό του και αρνείται να επικοινωνήσει.
Η κόρη, Maggie Elizabeth Jones είναι γλυκύτατη, διαρκώς χαμογελαστή, πηγή χαλάρωσης για τον πάτερα που μάταια προσπαθεί να κατανοήσει τον γιο του και αναπόφευκτα συγκρούεται μαζί του.
Ο Καμερον Κρόου ξέρει να βγάζει την συγκίνηση μέσα από απλές εικόνες. Ο Μπέντζαμιν Μι είναι ένας άνδρας που αγάπα την περιπέτεια και δεν διστάζει να πορευτεί βασιζόμενος στην καλή του διάθεση άλλα και στον αυθόρμητο χαρακτήρα του. Ο αυθορμητισμός του, όμως, τον ωθεί να κάνει την χειρότερη δυνατή επένδυση σε μια δύσκολη φάση της ζωής του.
Παρόλο όμως που κάνει μια σαφώς αψυχολόγητη κίνηση (η οποία θέτει σε κίνδυνο το οικονομικό μέλλον των παιδιών του) δεν μας γίνεται αντιπαθής. Αντιθέτως, τον συμπονούμε και ειλικρινά θέλουμε να βρει τον δρόμο του. Αυτό βέβαια είναι και το μεγαλύτερο προτέρημα της ταινίας. Ενώ είναι μια ιστορία, γεμάτη κλισέ, της οποίας το τέλος όλοι γνωρίζουμε από την αρχή και παρόλα αυτά είναι απολαυστική.
Είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια που σε γεμίζει χαρά. Είναι μια ταινία ύμνος στην ζωή, στην απόλαυση που βρίσκεται στα απλά, στην δύναμη που κρύβει ο καθένας μας και τον βοηθά να μετατρέψει την απώλεια σε έμπνευση. Δεν είναι εύκολο να πάρεις μια παλιομοδίτικη, εύπεπτη ταινία και να την κάνεις να είναι γλυκιά, άλλα όχι μελό, οικογενειακή άλλα όχι βαρετή, με όμορφα νοήματα, άλλα όχι διδακτική. Πέρα από την feel good διάθεση και το χαμόγελο που εύκολα εκμαιεύεται, το  zoo καταφέρνει να σου κλέψει ένα δάκρυ, άλλοτε με μια φράση (“Lets shave!”), άλλοτε με ολόκληρες σκηνές όπως αυτή στα εγκαίνια του δάσους ή την τελευταία της ταινίας.
Στο χτίσιμο της ιστορίας βοηθά η υπεροχή μουσική του frontman των Sigur Rós άλλα και οι επιλογές του Κρόου, από Μπομπ Ντίλαν και Νιλ Γιανγκ μέχρι Τομ Πετί, καθώς επίσης και τα δεκάδες ζωάκια που παρελαύνουν σχεδόν σε κάθε πλάνο.  Γενικώς, το Ζοο, ανήκει στις ταινίες που τίποτα δεν σε ενοχλεί (ούτε βεβαία σε εξιτάρει). Έχει ζωάκια, έχει οικογενειακές στιγμες, έχει μια δυνατή προσγειωμένη ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή της και είναι μια γλυκιά ταινία, χωρίς προβληματισμούς, κατάλληλη για ένα καλοκαιρινό μεσημέρι.


Πρώτη δημοσίευση στο www.authority.gr

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Young adult


Η Mavis είναι μια 30κάτι συγγραφέας βιβλίων που ζει το αμερικάνικο όνειρό στην μεγαλούπολη. Στην ζωή της όμως, έρχονται τα πάνω κάτω όταν δέχεται την πρόσκλησή για τα βαφτίσια της κόρης του παιδικού της έρωτα. Τότε, συνειδητοποιεί ότι η ζωή της είναι άδεια και αποφασίζει να επιστρέψει στην γενέτειρα της και να διεκδικήσει ξανά την εφηβική της αγάπη, παρόλο που ο Buddy πλέον ζει ευτυχισμένος με την οικογένεια του.


Η Charlize Theron υποδύεται την Mavis μια ανώριμη γυναίκα, που ζει μια παρατεταμένη εφηβεία και αρνείται να ξεκολλήσει από το παρελθόν της. Στην εφηβεία της ήταν η βασίλισσα του χορού, η πιο όμορφή του σχολείου, η κοπέλα που όλοι ποθούσαν και ζήλευαν. Τώρα, ένα βήμα πριν τα 40, έχει στην πλάτη της ένα διαζύγιό, μια καριέρα που παραπαίει και ζει μόνη της σε μια μεγαλούπολη που όπως φαίνεται ,δεν μοιάζει σε τίποτα με όσα φανταζόταν. Η ζωή της δεν της αρκεί και παρόλο που βιώνει εμφανή κατάθλιψή, φορά την μάσκα της νικήτριας, προσπαθεί να καλύψει την μοναξιά της και γυρίζει να διεκδικήσει τον νεανικό της έρωτά, ελπίζοντας ότι αυτός θα είναι η λύση στα προβλήματά της. Παρ όλες τις προσπάθειες της όμως, η δυστυχία της δεν κρύβεται, με αποτέλεσμά όλοι να την λυπούνται.
 Ο μόνος σύμμαχός της, είναι ο παλιός της συμμαθητής της ο Matt (Patton Oswalt), ο όποιος έμεινε ανάπηρος μετά από ένα ατυχές περιστατικό στο σχολείο. Ο Matt ήταν από τα παιδιά που η Mavis, δεν πρόσεχε καν αλλά τώρα, είκοσι χρονιά μετά, οι δυο τους γίνονται ένα περίεργο δίδυμο.
 Ο λόγος είναι πως αμφότεροι, είναι δυο έφηβοι που ποτέ δεν μεγάλωσαν και για διαφορετικούς λόγους έμειναν προσκολλημένοι στα λυκειακά τους χρόνια. Η εμμονή της στο παρελθόν είναι το κεντρικό θέμα της ταινίας αλλά και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματά των ανθρώπων. Ειδικά στην δεκαετία των 30, κάθε απολογισμός που δεν καταλήγει όπως ελπίζεις, μπορεί να σε βυθίσει στην μελαγχολία και να σε καταδικάσει σε ατέρμονη νοσταλγία για μια εποχή, που πλέον φαντάζει ιδανική. Από την άλλη, υπάρχουν περιστατικά -όπως το συμβάν που σημάδευσε τον Matt, σωματικά και ψυχολογικά- ο αντίκτυπος των οποίων δεν ξεφτίζει όσα χρόνια και αν περάσουν και αποτελούν τροχοπέδη στο δρόμο προς την ενηλικίωση.
 Αυτές είναι οι δυο βασικές αιτίες της επίμονης προσκόλλησης στο παρελθόν και οι δυο πρωταγωνιστές τις αποτυπώνουν εξαιρετικά. Χωρίς να γίνονται καρικατούρες, γίνονται συμπαθείς παρά τα προφανή ελαττώματα τους και δεν μπορείς παρά να τους συμπονέσεις ειλικρινά για την δυστυχία τους. Η ιδιόμορφη αλλά ζεστή σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους είναι το όνειρο κάθε εφήβου που ήταν ερωτευμένος με την λαμπερή prom queen, αλλά η ταινία δεν είναι μόνο η επιβεβαίωσή του κλισέ. Η καλύτερη σκηνή της είναι αυτή που οι δυο τους έρχονται κοντά. Είναι το σημείο που οι δυο τους κατορθώνουν να αποδεσμευτούν από το παρελθόν, να το ξορκίσουν και επιτέλους να το αποχαιρετήσουν.
 Η Theron αποδίδει εξαιρετικά την μοναξιά και την ανασφάλειά της ηρωίδας της και φυσικά παραμένει πανέμορφη. Ο Oswalt από την άλλη, είναι τόσο φυσικός και ειλικρινής που αποκλείεται να μην τον συμπαθήσεις. Σε επίπεδό σεναρίου, έχω σοβαρές αντιρρήσεις για τον χαρακτηρισμό comedy, μιας και δεν είναι πουθενά αστείο, ούτε από την προφανώς χιουμοριστική σκοπιά, ούτε από την «κάφρικη».
 Το Young Adult είναι ένα σοβαρό δράμα, μια ρεαλιστική αποτύπωσή δυο εύθραυστων χαρακτήρων και μια ουσιαστική ματιά σε προβλήματά που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι της εποχής μας. Μην περιμένετε βέβαια ότι είναι το νέο indie διαμαντάκι, καθώς δεν είναι δυνατόν να γράφει διαρκώς η φίλτατη Diablo, σενάριά σαν του Juno. Ωστόσο είναι μια πολύ αξιοπρεπής ταινία, που βλέπεται ευχάριστα και παρόλο που θα μπορούσε να γίνει κλισέ, καταλήγει να είναι ένα πολύ δυνατό έργο, που αξίζει να δει κάποιος.



Πρώτη δημοσίευση στο www.authority.gr

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Ghost Rider 2


Ο Johny Blaze, χρόνια πριν, προσπάθησε να σώσει τον πατέρα του και έκανε συμφωνία με τον διάολο. Μάλλον όμως, δεν ήξερε ότι τέτοιες συμφωνίες είναι ασύμφορες για τον θνητό της παρέας και έτσι κατέληξε φορτωμένος μια αρχαία κατάρα, που τον υποχρεώνει να μεταμορφώνεται σε Ghost Rider και να σκοτώνει αμαρτωλούς.
Προσπαθώντας να απαλλαγεί από την κατάρα του, αποφασίζει να αποσυρθεί κάπου στην Ευρώπη, μέχρι που ένας περίεργος μοναχός του ζητάει βοήθεια για να σώσουν ένα αγόρι από τα χέρια του Διαβόλου.
Έτσι, άλλη μια περιπέτεια ξεκινά και ο Johny πέρα από την σωτηρία του αγοριού, πρέπει να ασχοληθεί με τους προσωπικούς του δαίμονες και να κατορθώσει να ελέγξει τον Ghost Rider.
Παρακολουθώντας επί μιάμιση μαρτυρική ώρα την ταινία, αναρωτιόμουν πόσο πιο χαμηλά μπορεί να πέσει ένας ηθοποιός, που στις καλές του εποχές, είχε συνεργαστεί με εξαιρετικούς δημιουργούς και μάλιστα είχε πάρει και Όσκαρ ερμηνείας.
Την τελευταία δεκαετία ο αξιότιμος κος Cage παίζει σε μια σειρά ανεκδιήγητων ταινιών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και η συγκεκριμένη δεν αποτελεί εξαίρεση.
Είναι δύσκολο να ερμηνεύσω γιατί ένας από τους -κάποτε- πιο διάσημους και ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς δέχεται να παίζει ρόλους που ταιριάζουν σε εικοσάρηδες, να ντύνεται σαν να βγήκε από κακή βιντεοκασέτα του 80 και να μιλάει με τον ίδιο άοσμο, άχρωμο, αδιάφορο και ψιθυριστό τρόπο σε κάθε μία σκηνή του.
Οι δε γκριμάτσες του σε συνδυασμό με το χαμένο βλέμμα και την βαρεμάρα που αναδίδει με κάθε κίνησή του, μόνο θυμηδία προκαλούν και σίγουρα δεν παραπέμπουν στον καταραμένο εκδικητή της Marvel. Εξίσου αδιανόητο μου φαίνεται πως οι δημιουργοί της ταινίας, είχαν ως βάση ένα σκοτεινό comic και κατάφεραν να στήσουν μια ταινία με φλύαρους, κλισέ διαλόγους, παρατραβηγμένες σκηνές και σενάριο που δεν πείθει κανέναν.
Σαφώς, δεν είναι ταινία που διεκδικεί Όσκαρ σεναρίου, αλλά είναι σοκαριστική η ποσότητα κακών διαλόγων χωρίς νόημα, που μπορεί να διαθέτει μια και μόνο ταινία.
Η σκηνοθεσία κινείται στα ίδια ποιοτικά επίπεδα, μιας και είναι από τις πιο ασυνάρτητες ever. Πολύ φασαρία, πολύ κουνημένη κάμερα, ελάχιστες και μικρές σκηνές δράσης που βάζουν την αδρεναλίνη για ύπνο και σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν θα δεις κάτι παραπάνω από αυτά που είδες ήδη στο trailer.
Δεν θα δεις, μην ελπίζεις και είναι απορίας άξιο, τι ήταν αυτό που είδαν αυτοί που την όρισαν ως κατάλληλη για θεατές άνω των 13.
Από την άλλη πλευρά, ακόμα και αυτή η τόσο κακή ταινία έχει και δυο καλά στοιχεία. Το πρώτο είναι τα εντυπωσιακά εφέ, που κλέβουν την παράστασή αλλά και τα motion comic που εξηγούν εύκολα και γρήγορα τα γεγονότα της πρώτης ταινίας και την ιστορία των δαιμόνων. Αμφότερα, υπηρετούν άψογα την comic αισθητική της ταινίας και είναι αυτά που θα θυμάσαι μόλις βγεις από την αίθουσα.
Τίποτα από τα δυο όμως, δεν μπορεί να σώσει την ταινία, που πνίγεται κάτω από το βάρος της κάκιστης υποκριτικής όλων των ηθοποιών της και μιας ιστορίας που προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει με μυστικιστικά τάγματα και εσχατολογικές προφητείες και αντ' αυτού μας παραδίδει μια χλιαρή περιπέτεια που δεν πείθει κανέναν.



Πρώτη δημοσίευση στο www.authority.gr

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Avengers




Η Γη απειλείται από τον σατανικό Loki και τον στρατο του(Tom Hiddleston), άρτι αφιχθέντα από τον μακρινό πλανήτη Asgard. Ο αμερικάνικος στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες δεν μπορούν να σταματήσουν τον τρελο μεγαλομανη/αδικημένο υιοθετημένο θεό και τότε αναλαμβάνουν οι Avengers: ο ιδιοφυής, ζάμπλουτος, πλειμποι Iron Man (Robert Downey Jr.), το καλό παιδί, πειθαρχημένος στρατιώτης Captain America (Chris Evans), ο παντοδυναμος Thor (Chris Hemsworth), ο ευγενής δόκτορας με προβληματάκια θυμού Hulk (Mark Ruffalo) και η όμορφή υπερπρακτορας Black Widow (Scarlett Johansson).
Όλα τα συστατικά του "απόλυτου blockbuster" είναι εδώ: Εξωγήινη απειλή, υπερήρωες, απόλυτο κακό VS απόλυτο καλό, ένα αστρονομικό budget και διάσημα ονόματα. Αλλά το  "Αvengers" δεν σταματά εδώ. Είναι μια έξυπνη και αστεία ταινία που θα ικανοποιήσει κάθε θεατή. Ο σκληροπυρηνικός φαν θα ικανοποιηθεί από την πίστη μεταφορά των αγαπημένων του ηρώων στη μεγάλη οθόνη, ο αδαής θα δει μια πολύ ωραία ταινία, απολύτως κατανοητή, που δεν θεωρεί ως δεδομένη γνώση την προϊστορία του κάθε ήρωα.

Το "Avengers" είναι ο ορισμός της υπερηρωικής ταινίας: έντονη δράση, εντυπωσιακά εφέ, σεβασμός στην μυθολογία, pure fun, ξεκαρδιστικό χιούμορ και φυσικά εξαιρετική ανάπτυξή χαρακτήρων. Ξεκινώντας με ένα περιγραφικό μισάωρο στο οποίο συστήνει τους πρωταγωνιστές, η δράση κλιμακώνεται σταδιακά και παρόλο που ξέρεις ποιοι θα νικήσουν, δε σε νοιάζει, γιατί έχεις απορροφηθεί από την αλληλεπίδραση των ηρώων και την προσπάθεια τους να συνεννοηθούν, πάρα τις τεράστιες διαφορές τους. Χωρίς πολλά λογια, μέσα από μικρές καίριες σκηνές, ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες τους, υπογραμμίζονται ξεκάθαρα οι λόγοι που τους καθιστούν τόσο διαφορετικούς και βλέπουμε την πορεία που ακολούθησαν μέχρι να γίνουν μια ομάδα, ενωμένοι σαν γροθιά. Ο cool Iron Man δικαιολογημένα παίρνει την μερίδα του λέοντος σε σκηνές και ατάκες, μιας και οι δικές του ταινίες είναι οι πιο πετυχημένες και χαβαλετζίδικες. Η μεγάλη έκπληξη είναι ο Hulk. Ο Ruffalo, καταφέρνει να δώσει μια μελαγχολική, ήρεμη, ανθρωπινή πνοή στο πράσινο τέρας με τις σκηνές του (δράσης άλλα και χιουμοριστικές)να είναι από τις καλύτερες όλης της ταινίας Ακόμα όμως και αυτοί που κυριολεκτικά ήρθαν από άλλο κόσμο, όπως ο Thor ή ο Captain America, είναι τόσο ταιριαστοί, τόσο αστείοι εξαιτίας της διαφορετικότητας τους, που δεν μπορείς να φανταστείς την ταινία χωρίς αυτούς. Αντιθέτως, ο Hawkeye λάμπει λιγότερο από τους υπόλοιπους και η Μαίρη Χήρα, είναι όμορφή και γαμάτη, άλλα θεωρώ ότι η Σκαρλετ δεν ήταν η πιο δόκιμη επιλογη για τον ρόλο. Ο Tom Hiddleston αποδίδει άψογα τον αδίστακτο, εμμονικο Loki, που παρότι μοιάζει με συρραφή κλισέ κινηματογραφικών κακών, είναι ο ιδανικός villain. Ακόμα και ο τρόπος που τρώει ξύλο, είναι απολαυστικός.
Πάρα τους επαίνους όμως, δεν μπορώ να μην σχολιάσω κάποια προβλήματα του σεναρίου. Οι απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα μυθολογίας, όπως πχ τι είναι αυτό που έκλεψε ο Λούκι ή πως συνέρχεσαι από τον υπνωτισμό του, είναι είτε απλοϊκές είτε μπερδεμένες. Ένα άλλο στοιχείο που ίσως ενοχλήσει, είναι το γεγονός ότι οι Avengers, ακόμα και αυτοί που είναι θνητοί, δεν παθαίνουν απολύτως τίποτα, πάρα το αδιανόητο ξύλο που τρώνε από χιλιάδες τέρατα Και πάλι όμως, ο μάστορας Whedon, στήνει τόσο καλά την ταινία του, που δεν σε νοιάζει. Είναι μια πολύχρωμη, καθηλωτική περιπέτεια, γεμάτη έξυπνους διαλόγους που παρότι διαρκεί 2, 5 ώρες δεν κουράζει σε κανένα σημείο. Είναι μια ταινία τόσο εντυπωσιακή, ένα απενεχοποιημένο υπερθέαμα, που σε μαγεύει και σε κάνει να κοιτάς την οθόνη με χαρά μικρού παιδιού. Ναι, μπορεί να μην είναι πολυεπίπεδη και σκοτεινή όπως το Dark Night, άλλα απευθύνεται σε νοήμονες θεατές. Μόνo ένας άνθρωπος όπως ο Whedon με δεδομένη και αναγνωρισμένη πορεία στο κόσμο της τηλεόρασης, του κινηματογράφου και των κομιξ, θα έστηνε μια τόσο δεμένη και αρμονική ταινία, που δεν βουλιάζει κάτω από το βάρος των στουντιακών απαιτήσεων, αλλά αντιθέτως επιτρέπει το προσωπικό του στυλ και όραμα να λάμψει.



Πρώτη δημοσίευση στο www.authority.gr